Πότε ξεκίνησε το «έθιμο» του σπασίματος στα μπουζούκια

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι δεδομένο, πως θα ξυπνήσει μνήμες. Από μια εποχή που όλα ήταν διαφορετικά. Πιο χαρούμενα, πιο φωτεινά… πιο σαματατζίδικα και σίγουρα πιο αθώα. Είναι ένα κείμενο που θα το εκτιμούσε το ΠΑΣΟΚ. Το παλιό. Το ορθόδοξο.

Είναι από την εποχή που η Ελλάδα αναστέναζε στις πίστες των νυχτερινών κέντρων. Μια εποχή που κυριαρχούσε η δίψα για αυτοπροβολή και κατασπατάληση (όσων τα… είχαν) χρημάτων. Τότε που αυτός που τα είχε φρόντιζε να ανοίξει περισσότερες σαμπάνιες και κυρίως να σπάσει περισσότερα πιάτα από τον κύριο με τη λευκή κάλτσα, το σκαρπίνι και το λαμέ σακάκι στο απέναντι τραπέζι.

Είναι η εποχή που τόσο γλαφυρά παρουσιάζεται στην εμβληματική, πλέον, ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» όπου ο συγκλονιστικός Γιώργος Αρμένης φωνάζει «Ηλία ρίχτο» για εκείνο το μπουζουξίδικο του οποίου είχε σπάσει από τα πιάτα μέχρι και τα… πλακάκια και τα είδη υγιεινής.

Η εποχή που γύρω από το σπάσιμο των πιάτων (που δεν κατάφερε να το νικήσει ούτε η χούντα των βασανιστηρίων και των νησιών εξορίας) είχε στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία η οποία συντηρούσε χιλιάδες οικογένειες! Ναι. Δεν υπάρχει τίποτα το λάθος ή υπερβολικό στην προηγούμενη πρόταση και θα το καταλάβετε παρακάτω…

Η εποχή που το σπάσιμο των πιάτων στα μπουζούκια ήταν εθνικό σπορ

Αν κάποιος θελήσει να βρει τις ρίζες αυτού του… άκρως ελληνικού «εθίμου» θα πρέπει να γυρίσει πολλές δεκαετίες πίσω. Ήταν στις αρχές εκείνης του 1930, όταν τότε οι παραλληρούντες και κατά βάση μεθυσμένοι θαμώνες των νυχτερινών κέντρων πετούσαν… μαχαίρια τα πόδια των τραγουδιστών.
Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό αυτό το «έθιμο» προκαλούσε πολλούς τραυματισμούς και κυριολεκτικά έβαφε τις πίστες με αίμα οπότε λίγο οι ίδιοι καλλιτέχνες, λίγο οι μαγαζάτορες κατάφεραν σταδιακά να βάλουν φρένο πριν είναι αργά και θρηνήσουν τίποτα νεκρούς από το… πολύ το κέφι.

Εναλλακτικά, λοιπόν, θεωρήθηκε πως θα ήταν προτιμότερο και σίγουρα πιο ασφαλές να σπάνε πιάτα ή ποτήρια. Αρχικά, η νέα αυτή τάση δεν αγκαλιάστηκε απ όλους τους γλεντζέδες. Σταδιακά, όμως, και αφού δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο το αποδέχθηκαν.

Σε ότι αφορά το σπάσιμο των πιάτων, άνθησε σε δυο διαφορετικές περιόδους. Πρώτα ήταν αυτή της δεκαετίας του 1960 και μετά από μια μικρή κάμψη γνώρισε την απόλυτη δόξα της σε εκείνη του 1980 αλλά και στα πρώτα χρόνια της επόμενης δεκαετίας.

Η περίοδος της κάμψης σημειώθηκε την περίοδο της χούντας όπου, μάλιστα, υπάρχει και μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Σύμφωνα με αυτή την ιστορία είχε πάει ένα βράδυ να διασκεδάσει στη «Νεράιδα». Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένας θαμώνας πάνω στο κέφι σπάει μερικά πιάτα. Ακολουθούν και άλλοι και λίγο αργότερα γίνεται ένας μικρός χαμός.

Έξαλλος ο δικτάτορας φεύγει από το μαγαζί και την επόμενη ημέρα εκδίδει διάταγμα σύμφωνα με το οποίο το σπάσιμο των πιάτων σε νυχτερινά μαγαζιά γίνεται ιδιώνυμο αδίκημα που προβλέπει φυλάκιση έως πέντε χρόνων.

Η βιομηχανία του σπασίματος πιάτων

Στην αρχή ο κόσμος της νύχτας ήταν «μουδιασμένος» και υπό τον φόβο της χούντας το σπάσιμο των πιάτων έγινε κάτι σαν τους… δίσκους τους Θεοδωράκη. Γινόταν στα κρυφά και αφού ήταν όλοι σίγουροι πως ανάμεσά τους δεν υπήρχε κάποιος χαφιές της Ασφάλειας.

Όλα αυτά, όμως, άλλαξαν όταν ένα βράδυ ο θρύλος θέλει τον Αριστοτέλη Ωνάση να πηγαίνει στη «Νεράιδα» για να διασκεδάσει. Κάποια στιγμή, λοιπόν, που το γλέντι έχει ανάψει ο Ωνάσης ζητά να σπάσει πιάτα. Ο ιδιοκτήτης του εξηγεί πως έχει πλέον η κατάσταση και ο ζάμπλουτος Έλληνας αποφασίζει να κάνει τη δική του εξέγερση. Σαν άλλος… Γιώργος Αρμένης ζητά από τον ιδιοκτήτη να σπαστεί μέσα στο μαγαζί, οτιδήποτε μπορεί να σπαστεί.

Αυτό ήταν. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα οι παραβάτες ολοένα και πληθαίνουν, οι εισαγγελείς «τραβάνε» διάφορους μικροπαραβάτες αλλά δεν τολμάνε να αγγίξουν ονόματα όπως ο Ωνάσης. Η χούντα υποχωρεί γιατί πλέον τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η απαγόρευση είναι περισσότερα από αυτά που λύνει και κάπως έτσι το «έθιμο» ξαναφουντώνει.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής το σπάσιμο των πιάτων ήταν η αφορμή για να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία. Λέγεται πως προδικτατορικά ή κατά την περίοδο της επταετίας οι Έλληνες έσπαγαν στα μπουζούκια κάθε μήνα περίπου 100.000 πιάτα! Ασύλληπτο νούμερο.

Την ίδια ακριβώς περίοδο αλλά και μεταδικτατορικά, πλέον, είχαν δημιουργηθεί περίπου 50 βιοτεχνίες που απασχολούσαν περίπου 1000 άτομα προσωπικό συνολικά, για να καλύπτονται όλες οι παραγγελίες γύψινων πιάτων τα οποία είχαν αντικαταστήσει τα πορσελάνινα τόσο για λόγους κόστους όσο και ασφάλειας όσων βρίσκονταν στην πίστα καθώς, όπως είναι απόλυτα φυσιολογικό, οι τραυματισμοί είχαν αυξηθεί επικίνδυνα.

Η κορύφωση και το (σχεδόν) τέλος του «εθίμου»

Μετά το τέλος της δικτατορίας και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το «έθιμο» χτύπησε… κόκκινα. Θρυλείται ότι σε γνωστό νυχτερινό κέντρο της πρωτεύουσας σπάστηκαν μόλις σε μια νύχτα 2.400 πιάτα, με το βάρος τους να ξεπερνάει τα 200 κιλά συνολικά! Εκατομμύρια τα πιάτα που έσπασαν όλα αυτά τα χρόνια. Αμέτρητα τα χρήματα που δαπανήθηκαν. Πολλές οι δουλειές που άνοιξαν από αυτό το «έθιμο».

Κάθε νύχτα (οι φωτογραφίες εποχής αντληθεί από σχετική σελίδα στο Facebook) οι μεγάλες πίστες έμοιαζαν με πεδίο μάχης. Ήταν τέτοια η μανία των θαμώνων να σπάνε πιάτα και να κάνουν τις… ζημιές τους που ήταν πάρα πολλοί οι μικροτραυματισμοί τραγουδιστών, μουσικών αλλά και ανθρώπων που απλά ήθελαν να χορέψουν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή.

Αυτό που δεν κατάφερε να κάνει η χούντα και το ιδιώνυμο της, ωστόσο, το κατάφεραν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες. Όταν πλέον η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο και το σπάσιμο των πιάτων δεν ήταν κάτι που συνέβαινε μέσα στο τσακίρ κέφι αλλά τα τραγούδια και οι χοροί απλά έμπαιναν… εμβόλιμα κάπου ανάμεσα στο σπάσιμο των πιάτων, μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου πήραν την κατάσταση στα χέρια τους.

Την αρχή την έκανε η Μαρινέλλα η οποία έκανε την πρόταση στο μαγαζί που τραγουδούσε εκείνη την εποχή, να αντικατασταθούν τα πιάτα από γαρύφαλλα.

Όπως ήταν φυσικό η πρόταση αυτή στην αρχή ξένισε πολλούς αλλά σταδιακά και με δεδομένο πως πολλοί τραγουδιστές που μέχρι εκείνη τη στιγμή σιωπούσαν, ζήτησαν να γίνει το ίδιο αλλιώς δεν θα έβγαιναν να τραγουδήσουν, άρχισε να εφαρμόζεται σχεδόν σε όλα τα νυχτερινά μαγαζιά.

Μέσα σε λίγα χρόνια (και μέχρι και σήμερα) το σπάσιμο των πιάτων περιορίστηκε σε ελάχιστα, μετρημένα, νυχτερινά μαγαζιά και χωρίς έχει τη μορφή που είχε κάποτε. Επειδή βέβαια στην Ελλάδα, την χώρα της υπερβολής βρισκόμαστε, πλέον οι πίστες μετατρέπονται σε… φυτώρια γαρύφαλλων. Αλλά τουλάχιστον πλέον οι τραγουδιστές δεν κινδύνευαν να σφαχτούν από κάποιο ιπτάμενο πιάτο.

newsbeast.gr

Related Post